ἀστράγαλος

ἀστράγαλος
Grammatical information: m.
Meaning: `one of the vertebrae (of the neck), ankle joint; knuckle-bones, dice' (Il.). Also a plant, s. DELG Suppl.
Other forms: ἀστραγάλη f. `ds.' (Anakr.). στράγαλος (Vita Aesop. (G) 69, s. LSJ Suppl.)
Derivatives: ἀστραγαλωτός (μάστιξ) `(whip) made from ἀ.' (Crates Com.), ἀστραγαλωτή a plant (Philum.); s. Schwyzer 503 : 4, Chantr. Form. 305 sect. 243. - ἀστραγαλῖτις `kind of Iris' (Gal.), ἀστραγαλῖνος `bull-finch' (Dionys.). - Denom. ἀστραγαλίζω `play with a.' (Com., Pl.). Hypocoristic ἄστρις f. = ἀστράγαλος (Call.); with hypocoristic χ-Suffix, ἄστριχος m. (Antiph.), cf. Schwyzer 498.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Generally considered a derivation in -λ- (Chantr. Form. 247) of the old word for `bone' (s.v. ὀστέον), which was also assumed for ἀστακός (but s.s.v.) and ὄστρ-ακον, ὄστρ-ειον (but see s.v.). The was compared with the nominative in the Skt. r-n-stems, e.g. ásr̥-k, gen. asn-áḥ `blood' (cf. ἔαρ); cf. Benveniste Orig. 7 and 28. But the word for `bone' was not an r-n-stem and the formation is improbable. It is therefore quite probably a substr. word (Beekes, Devel. 51). Improb. Winter Prothet. Vokal 37ff. - Cf. ἀστακός, ὄστρακον, ὀστρύς, ὀστέον.
Page in Frisk: 1,172

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀστράγαλος — one of the vertebrae masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αστράγαλος — I (Ανατ.). Μικρό κόκαλο (κότσι) στην άκρη του ποδιού. Αποτελεί άρθρωση μεταξύ της κνήμης και της φτέρνας. Έχει σχήμα ανώμαλου κύβου και παρουσιάζει στρογγυλή επιφάνεια στην οποία στηρίζεται το κόκαλο της κνήμης προς τα πίσω. Διακρίνεται στην… …   Dictionary of Greek

  • αστράγαλος — ο 1. κόκαλο του κάτω μέρους του ποδού, κότσι: Μου πονεί ο αστράγαλός μου και δεν μπορώ να περπατήσω. 2. το παιχνίδι με τα κότσια: Και στην αρχαιότητα έπαιζαν με τους αστραγάλους. 3. κόσμημα στα ιωνικά και κορινθιακά κιονόκρανα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀστραγάλω — ἀστράγαλος one of the vertebrae masc nom/voc/acc dual ἀστράγαλος one of the vertebrae masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστραγάλοιν — ἀστράγαλος one of the vertebrae masc gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστραγάλοις — ἀστράγαλος one of the vertebrae masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστραγάλοισι — ἀστράγαλος one of the vertebrae masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστραγάλοισιν — ἀστράγαλος one of the vertebrae masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστραγάλου — ἀστράγαλος one of the vertebrae masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστραγάλους — ἀστράγαλος one of the vertebrae masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστραγάλων — ἀστράγαλος one of the vertebrae masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.